Image-empty-state_edited.jpg

Cinco poemas de 'Elegías y sátiras'

Kostas Karyotakis

Traducción de Juan Manuel Macías

Número revista:

7

Fama póstuma 


La pródiga naturaleza que nos cerca precisa nuestra muerte:

la desea la boca púrpura de las flores.

Si viene otra vez la primavera, otra vez nos dejará,

y al cabo ya ni sombras de otras sombras seremos.


La radiante luz del sol aguarda nuestra muerte.

Contemplaremos otro crepúsculo más, tan triunfante,

que escaparemos entonces de las noches de abril

y marcharemos más lejos, a los reinos sombríos.


Sólo pueden quedar, tras de nosotros, los versos,

diez versos apenas, que permanecen, como

las palomas que los náufragos dispersan al azar

y, cuando traen el mensaje, ya es demasiado tarde.





[Todas mis cosas…]


Todas mis cosas han quedado como

si hubiera muerto ya hace mucho.

Polvo y más polvo se apila en el lugar,

y dibujo cruces con el dedo.


Todas mis cosas recuerdan

una hora que pasamos juntos,

donde mis libros se olvidan,

donde el reloj aún vive.


Hora feliz aquélla,

el cuadro de una tarde.

Llevo ya tantos años muerto,

y sigue cerrada la ventana.


Nadie, ni el sol, acude hoy.

Mi casa desolada resuena todavía

con esa hora, que repica

únicamente ella, noche y día.


No acierto a ver ya qué lugar es éste,

no sé quién dibuja las cruces,

y todas mis cosas han quedado como

si hubiera muerto ya hace mucho.





[Tenemos algo de guitarras…]


Tenemos algo de guitarras

desvencijadas. Cuando sopla el viento

despierta versos, ecos extraños

en las cuerdas que cuelgan como cadenas.


Somos antenas increíbles

que se elevan como dedos al abismo,

y en su punta resuena el infinito;

pero pronto caerán hechas pedazos.


Somos, en cierto modo, borrosos sentidos

sin esperanza de concentración.

En nuestros nervios se confunde la naturaleza.


En el cuerpo, en la memoria nos dolemos.

Las cosas nos repelen, y la poesía

es el refugio que envidiamos.





Funcionarios públicos


Todos los funcionarios se gastan y se funden

como pilas, de dos en dos, en la oficina.

(Electricista será el Estado

y la Muerte quien los recargue.)


Se sientan en sus sillas, emborronan

blancos papeles castos, sin motivo.

«Por la presente tenemos

el honor», aseguran.


Y tan sólo conservan el honor

cuando suben las calles a las ocho

de la tarde, como por un resorte.


Compran castañas, piensan en las leyes,

y en el cambio de divisas,

y se encogen de hombros, pobres empleados.





Domingo


EL sol subirá más alto

hoy que es domingo.

Sopla la brisa y mece allá

la paja amontonada en la colina.


Irá la gente en fiesta, y todos

llevarán liviano el corazón:

mira los niños en la calle,

en el jardín las flores.


Ahora que repican las campanas,

Dios es verdadero.

Lejos las nubes se dispersan

y el cielo se hace inmenso.


Deja al mundo en su dicha

y ven, corazón mío, que te cante,

como letrilla jocosa,

una canción de muerte.





ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ


Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση

και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.

Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,

κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.


Το θάνατο μας καρτερεί το λαμπρό φως του ήλιου.

Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,

κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Απριλίου,

στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.


Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι

δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς

τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,

κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.




[ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΟΥ…]


Ολα τα πράγματά μου έμειναν όπως

να ’χω πεθάνει πριν από καιρούς.

Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος,

και γράφω με το δάκτυλο σταυρούς.


Ολα τα πράγματά μου αναθυμούνται

μιαν ώρα που περάσαμε μαζί,

σ’ εκείνη τα βιβλία μου λησμονούνται,

σ’ εκείνη το ρολόι ακόμα ζει.


Ηταν ευτυχισμένη τότε η ώρα,

ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό.

Εχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,

κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.


Κανένας, ούτε ο ήλιος, πια δε μπαίνει.

Το ερημικό μου σπίτι αντιβοεί

στην ώρα κείνη ακόμα, που σημαίνει,

αυτή μονάχα, βράδυ και πρωί.


Δεν ξέρω δω ποιος είναι τώρα ο τόπος,

σε ξέρω ποιος χαράζει τους σταυρούς,

κι όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως

να ’χω πεθάνει πριν από καιρούς.





[ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ ΞΕΧΑΡΒΑΛΩΜΕΝΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ…]


Εíμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες

κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει,

στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάει

στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.


Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.

Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη,

στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,

μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.


Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,

χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.

Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.


Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.

Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις

είναι το καταφύγιο που φθονούμε.





ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ


Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν

σαν στήλες δύο δύο μές στα γραφεία.

(Ηλεκτρολόγοι θα ’ναι η Πολιτεία

κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν.)


Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν

αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.

«Συν τη παρούση αλληλογραφία

έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.


Και μονάχα η τιμή τους απομένει,

όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους,

το βράδυ στο οχτώ, σαν κορντισμένοι


Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,

σκέπτονται το συνάλλαγμα, του ώμους

σηκώνοντας οι υπάλληλοι οι καημένοι.




ΚΥΡΙΑΚΗ 


Ο ήλιος ψηλότερα θ’ ανέβει

σήμερα που ’ναι Κυριακή.

Φυσάει το αγέρι και σαλεύει

μια θημωνιά στο λόφο εκεί.


Τα γιορτινά θα βάλουν, κι όλοι

θα ’χουν ανάλαφρη καρδιά:

κοίτα στο δρόμο τα παιδιά,

κοίταξε τ’ άνθη στο περβόλι.


Τώρα καμπάνες που χτυπάνε

είναι ο θεός αληθινός.

Πέρα τα σύννεφα σκορπάνε

και μεγαλώνει ο ουρανός.


Ασε τον κόσμο στη χαρά του

κι έλα, ψυχή μου, να σου πω,

σαν τραγουδάκι χαρωπό,

ένα τραγούδι του θανάτου…



Nota: La presente selección de poemas pertenece al libro Elegías y sátiras y cuatro poemas póstumos, de Kostas Karyotakis (edición y traducción de Juan Manuel Macías), Pre-Textos 2018.


Juan Manuel Macías (Cartagena, 1970). Es filólogo, helenista, poeta, traductor y tipógrafo. Colabora en diversos medios escritos con artículos, poemas y traducciones de poesía griega.