Image-empty-state_edited.jpg

Entre la marea y el viento (segunda entrega)

Yorgos Seferis

Traducción de Shubert Silveira

Número revista:

5

Μυκήνες


Δώσ’ μου τα χέρια σου, δώσ’ μου τα χέρια σου, δώσ’ μου τα χέρια σου.


Είδα μέσα στη νύχτα

τη μυτερή κορυφή του βουνού

είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού είδα, γυρίζοντας το κεφάλι

τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή αρχή και τέλος

η τελευταία στιγμή· τα χέρια μου.


Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες· τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.

Πληγωμένος από το δικό μου χώμα τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς, τούτες τις πέτρες.


Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ που ακολούθησα τόσες φορές

το δρόμο απ’ το φονιά στο σκοτωμένο από το σκοτωμένο στην πληρωμή

κι από την πληρωμή στον άλλο φόνο, ψηλαφώντας

την ανεξάντλητη πορφύρα

το βράδυ εκείνο του γυρισμού

που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές στο λιγοστό χορτάρι—

είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά

τη μοίρα μας.


Φωνές από την πέτρα από τον ύπνο βαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει, μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμό που χτύπησε τη γης με πόδια λησμονημένα.

Σώματα βυθισμένα στα θεμέλια του άλλου καιρού, γυμνά. Μάτια

προσηλωμένα προσηλωμένα, σ’ ένα σημάδι που όσο κι αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις·

η ψυχή

που μάχεται για να γίνει ψυχή σου.

 

Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες.


Οχτώβρης 1935




 

Micenas


Dame tus manos, dame tus manos, dame tus manos.


Vi en medio de la noche el pico de la montaña

y más allá he visto la llanura inundada con la luz de la luna menguante

al mirar hacia atrás he visto las piedras negras amuchadas

y mi vida tendida como una cuerda principio y fin

el último instante: mis manos.


Se hunde aquel que levanta grandes piedras, piedras que levanté mientras pude

piedras que amé mientras pude estas piedras, mi destino.

Herido por mi propia tierra tiranizado por mi propia camisa condenado por mis propios dioses, estas piedras.


Sé que ellos no saben, pero yo que tantas veces seguí

el camino de la víctima al culpable de la víctima al castigo

y del castigo a otro crimen a tientas

la púrpura inagotable aquella noche de regreso

en que las Erinias comenzaban a silbar en la corta hierba

vi las serpientes y las víboras enlazadas en una estirpe maldita, nuestro destino.


Gritos que vienen de la piedra, del sueño

más profundos aquí, donde el mundo se hace tinieblas.

Recuerdo el trabajo enraizado en el ritmo de pies olvidados que golpeaban

la tierra.

Cuerpos hundidos en los fondos de otro tiempo, desnudos. Miradas fijamente fijadas en un punto

en que por mucho que quieras no distingues el alma

que lucha por volverse tu alma.

 

Ni siquiera el silencio te pertenece ya

aquí donde los molinos de piedra se detienen.


Octubre de 1935

 




Παρασκευή


Από τότε πόσες φορές πέρασε μπροστά στα μάτια μου μια γυναίκα, που της απόμεναν μονάχα τα μαλλιά, τα μάτια, το στήθος και τίποτε άλλο, γοργόνα ταξιδεύοντας στο πέλαγο, κι ανάμεσό τους κυκλοφορούσε το φρέσκο αεράκι, ωσάν γαλάζιο αίμα.





Viernes


Cuántas veces desde entonces ha pasado una mujer ante mis ojos, una mujer a quien no le quedaba más que el cabello, los ojos, el pecho y nada más —sirena viajando en el piélago— y la brisa fresca circulaba como sangre azul.

 




Επιτύμβιο


Τα κάρβουνα μες στην ομίχλη

ήτανε ρόδα ριζωμένα στην καρδιά σου κι η στάχτη σκέπαζε το πρόσωπό σου κάθε πρωί.


Μαδώντας ίσκιους από κυπαρίσσια έφυγες τ’ άλλο καλοκαίρι.





Lápida


Las brasas en la niebla

eran rosas arraigadas en tu corazón y la ceniza recubría tu rostro

cada mañana.


Recogiendo sombras de cipreses te fuiste el otro verano.

 




Αφήγηση


Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας κανείς δεν ξέρει να πει γιατί

κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες σαν αυτές που μας βασανίζουνε τόσο

στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα.


Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους ατελείωτα χαρτιά παιδιά που μεγαλώνουν, γυναίκες που γερνούνε δύσκολα

αυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνες σαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνες

και δυο βρυσούλες στις κόχες των ματιών.


Πηγαίνει μέσα στους δρόμους ποτέ δεν πλαγιάζει δρασκελώντας μικρά τετράγωνα στη ράχη της γης μηχανή μιας απέραντης οδύνης

που κατάντησε να μην έχει σημασία.


Άλλοι τον άκουσαν να μιλά μοναχό καθώς περνούσε

για σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνια για σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτες που δεν μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς. Άλλοι τον άκουσαν να λέει για τον ύπνο εικόνες φρίκης στο κατώφλι του ύπνου πρόσωπα ανυπόφορα από τη στοργή.


Τον συνηθίσαμε είναι καλοβαλμένος και ήσυχος μονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένα

σαν τις ιτιές στην ακροποταμιά που βλέπεις απ’ το τρένο ξυπνώντας άσκημα κάποια συννεφιασμένη αυγή.


Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει και σας μιλώ γι’ αυτόν γιατί δε βρίσκω τίποτε που να μην το συνηθίσατε∙ προσκυνώ.


 



Relato


Ese hombre camina llorando nadie puede decir por qué

tal vez se pueda pensar que es por los amores perdidos, como los que tanto nos atormentan

a la orilla del mar con un tocadiscos.


Otros se ocupan de sus propios asuntos,

papeles interminables, niños que crecen, mujeres que envejecen de mala manera

pero él tiene dos ojos como amapolas, como amapolas arrancadas en primavera y dos fuentes en la cuenca de sus ojos.


Va por entre los caminos sin descanso

recorre pequeñas plazas en la espalda de la tierra máquina de inmenso dolor

que terminó por perder toda importancia.


Otros lo han escuchado hablar a solas mientras pasaba

por espejos rotos de varios años

por formas rotas dentro de los espejos que ya nadie podrá volver a unir.

Otros lo han escuchado hablar sobre el sueño imágenes terroríficas en el umbral del sueño rostros de una ternura insoportable.


Nos habituamos a él, es bueno y tranquilo solo que camina llorando sin cesar

como los sauces a la orilla del río que vemos desde el tren cuando nos despertamos en un arduo y nublado amanecer.


Nos habituamos a que no represente nada

como todas las cosas a las que nos acostumbramos y si te hablo de él es porque no encuentro

nada a lo que no te hayas habituado: me inclino.

 




Ο βασιλιάς της Ασίνης

 

Ἀσίνην τε… [1]

ΙΛΙΑΔΑ

 


Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω γύρω το κάστρο αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα

πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου παγονιού μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.

Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας

στ’ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα

χάνοντας δύναμη ολοένα.


Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.

Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα

κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια τώρα άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον Όμηρο

μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.

Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα·

κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.

Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:

«Ἀσίνην τε… Ἀσίνην τε…»

και τα παιδιά του αγάλματα

κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας

στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι·

κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.


Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας

ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι

μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:

ένα κενό παντού μαζί μας.

Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα με σπασμένη φτερούγα

σκήνωμα ζωής,

κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού

κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο

κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.


Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται 

υπάρχουν άραγε

ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες υπάρχουν άραγε

εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής

εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας

αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος

η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας

σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο

εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής. Ο ποιητής ένα κενό.


Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:

«Ἀσίνην τε Ἀσίνην τε…». Να ’ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες.


Ασίνη, καλοκαίρι 1938 - Αθήνα, Γενάρης 1940

 




El rey de Ásine


y Ásine... 

ILÍADA


Miramos toda la mañana alrededor de la ciudadela comenzando por la parte de la sombra allí donde está el mar verde y sin brillos, el pecho de un pavorreal muerto

nos acogió como el tiempo sin ninguna fisura.

Las venas de la roca descendían desde lo alto

vides enredadas y desnudas con sarmientos que revivían al contacto con el agua, mientras que el ojo que las seguía luchaba por escapar del tedioso balanceo

perdiendo cada vez más fuerza.


Desde el lado del sol un enorme mar abierto

y la luz que lustra diamantes en lo alto de las murallas.

Ningún ser viviente, y las palomas que emigran

y el rey de Ásine que buscamos desde hace dos años desconocido y olvidado por todos, incluso por Homero una sola palabra en la Ilíada y además incierta

arrojada allí como una máscara funeraria de oro

¿La tocaste, recuerdas su tañido? Hueco en la luz como un cántaro seco en la tierra excavada;

y el mismo sonido con nuestros remos en el mar. El rey de Ásine es un vacío debajo de esa máscara.

Con nosotros por todas partes, con nosotros por todas partes, debajo de un solo nombre: “y Ásine”, “y Ásine”

y sus hijos, estatuas

y sus afanes, aleteos de pájaros y viento

en los espacios de sus pensamientos y sus barcos anclados en un puerto desaparecido

debajo de la máscara, un vacío.


Detrás de los grandes ojos, los labios curvados, los bucles relieves sobre la cubierta dorada de nuestra existencia

un signo oscuro que viaja como pez

en la tranquilidad matinal en alta mar y lo ves:

un vacío siempre nos acompaña.

Y el ave que voló el pasado invierno con un ala rota

albergue de vida,

y la muchacha que se fue a jugar con los colmillos del verano

y el alma que gritando buscaba el inframundo

y el país como una gran hoja de plátano que arrastra el torrente del sol con monumentos antiguos y la tristeza de hoy.


Y el poeta se retrasa mirando las piedras y se pregunta acaso existen

 

entre estos límites discontinuos, estas fronteras, estas crestas, estas bajadas y subidas existen acaso

aquí donde el paso de la lluvia, el viento y la erosión se encuentran existen, el movimiento del rostro y el gesto de la ternura

de aquellos que tan extrañamente se fueron de nuestras vidas

de aquellos que permanecieron como sombras de oleajes y pensamientos en la inmensidad del mar o acaso no queda sino el peso

la nostalgia del peso de una existencia viva

allí donde nos encontramos ahora, doblándonos sin sustancia

como las ramas de un sauce siniestro esparcidas en medio de la desesperación mientras la corriente amarilla arrastra lentamente juncos arrancados del barro imagen de un rostro que se petrificó con la sentencia de una amargura eterna. El poeta, un vacío.


Junto a su escudo el sol ascendía combatiendo,

y desde el fondo de la caverna un murciélago asustado golpeó contra la luz como una flecha sobre el escudo “y Ásine y Ásine...” ¿será ese el rey de Ásine?

Con tanto esmero lo hemos buscado en esta ciudadela

tocando algunas veces con nuestros dedos las piedras que él pudo tocar.


Ásine, verano de 1938 – Atenas, enero de 1940

 




Μέρες του Ιουνίου ’41


Βγήκε το νέο φεγγάρι στην Αλεξάνδρεια κρατώντας το παλιό στην αγκαλιά του

κι εμείς πηγαίνοντας κατά την Πόρτα του Ήλιου μες στο σκοτάδι της καρδιάς — τρεις φίλοι.


Ποιός θέλει τώρα να λουστεί στα νερά του Πρωτέα;

Τη μεταμόρφωση τη γυρέψαμε στα νιάτα μας με πόθους που έπαιζαν σαν τα μεγάλα ψάρια σε πέλαγα που φύραναν ξαφνικά·

πιστεύαμε στην παντοδυναμία του κορμιού. Και τώρα βγήκε το νέο φεγγάρι αγκαλιασμένο με το παλιό· με τ’ όμορφο νησί ματώνοντας

λαβωμένο· το ήρεμο νησί, το δυνατό νησί, το αθώο.

Και τα κορμιά σαν τσακισμένα κλαδιά και σαν ξεριζωμένες ρίζες.

Η δίψα μας ένιππος φύλακας μαρμαρωμένος στη σκοτεινή πόρτα του Ήλιου

δεν ξέρει να ζητήσει τίποτε: φυλάγεται ξενιτεμένη εδώ τριγύρω

κοντά στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάντρου.


Κρήτη - Αλεξάνδρεια - Νότιος Αφρική, Μάης ‒ Σεπτέμβρης 1941





Días de junio de 1941


La luna nueva salió en Alejandría sosteniendo a la luna vieja en sus brazos

y nosotros marchamos hacia la puerta del sol en la oscuridad del corazón —tres amigos.


¿Quién quiere ahora bañarse en las aguas de Proteo? Solo buscamos la transformación en nuestra juventud con anhelos que jugaban como si fueran peces gigantes dentro de mares que de repente se encogían:

creíamos en la omnipotencia del cuerpo. Y ahora la luna nueva salió sosteniendo a la luna vieja: con la bella isla sangrante

herida: la isla tranquila, la isla fuerte, la inocente.

Y los cuerpos como ramas quebradas como raíces desarraigadas.

Nuestra sed vigía ecuestre y petrificada

bajo la sombra de la puerta del sol no sabe pedir nada: está al acecho exiliada en alguna parte de aquí

cerca de la tumba de Alejandro Magno.


Creta – Alexandría – Sudáfrica, mayo-setiembre de 1941

 




Καλλιγράφημα


Πανιά στο Νείλο,

πουλιά χωρίς κελάηδισμα με μια φτερούγα γυρεύοντας σιωπηλά την άλλη· ψηλαφώντας στην απουσία τ’ ουρανού

το σώμα ενός μαρμαρωμένου εφήβου· γράφοντας με συμπαθητικό μελάνι στο γαλάζιο μιαν απελπιστική κραυγή.


Νείλος, «Τα Περιστέρια»





Caligrama


Velas sobre el Nilo,

pájaros mudos sin más que un ala buscan la otra en silencio acariciando en la ausencia del cielo

el cuerpo petrificado de un muchacho; escribiendo con una bella tinta en el azul un grito desesperado.


Nilo, “Las Palomas”

 




Ανάμεσα στα κόκαλα εδώ


Ανάμεσα στα κόκαλα μια μουσική:

περνάει την άμμο, περνάει τη θάλασσα. Ανάμεσα στα κόκαλα ήχος φλογέρας

ήχος τυμπάνου απόμακρος κι ένα ψιλό κουδούνισμα,

περνάει τους κάμπους τους στεγνούς περνάει τη θάλασσα με τα δελφίνια. Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε!

Βοήθεια! Βοήθεια!

Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί με τους νεκρούς!


Κάιρο, Αύγουστος 1943






Aquí entre los huesos


Entre los huesos una música:

traspasa la arena traspasa el mar. Entre los huesos un sonido de flauta

un lejano sonido de tambor y un ruido agudo

traspasa las secas llanuras traspasa el mar con sus delfines altas montañas, ¡no nos escuchas!

¡Ayuda! ¡Ayuda!

¡Altas montañas, nos consumiremos, muertos con los muertos!


El Cairo, Egipto, 1943

 




Το σπίτι κοντά στη θάλασσα


Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.

Έτυχε να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά

κάποτε δεν τα βρίσκει – το κυνήγι

είταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνονται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα

που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια

ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.

Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά

που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσια του ήλιου, κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες γυαλιστερές πάνω στη μέρα

όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν, ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν

ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε

ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.


Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια, θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους καμιά φορά, σα σταματήσω·

ακόμη

καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές μ’ ένα κρεββάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι

πως κάποιος ετοιμάζεται να ‘ρθεί, πως τον στολίζουν μ’ άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,

πως ετοιμάζεται να ‘ρθεί να μ’ αποχαιρετήσει ή μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,

Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,

από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα, με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,

πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.


Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.

 




La casa junto al mar


Las casas que tenía me las quitaron. Fueron

los tiempos nefastos: guerras, devastaciones, exilios. Algunas veces el cazador encuentra las aves de paso otras veces no las encuentra: la caza

era buena en mis años, muchos han caído por las balas, otros vagan sin rumbo o se vuelven locos en refugios.


No me hables del ruiseñor ni de la alondra ni tampoco de la pequeña motacilla

que escribe números en la luz utilizando su cola:

no sé mucho de casas

sé que tienen su linaje, pero nada más.

Nuevas al principio, como los niños

que juegan en el jardín con los flecos del sol,

durante el día bordean los marcos coloridos de las ventanas y las relucientes puertas:

cuando el arquitecto ha terminado, cambian, fruncen el ceño o sonríen, o incluso se obstinan

con aquellos que se han quedado, con aquellos que se han ido con aquellos que volverían si pudieran

o que han desaparecido, ahora que el mundo se ha vuelto un inmenso hotel.


No sé mucho de casas,

recuerdo su alegría y su dolor algunas veces, como si me detuviera

una vez más,

a veces, cerca del mar, en habitaciones vacías

sobre una cama de hierro con nada que me pertenezca mientras miro una araña en la noche pienso

que alguien está por llegar, que lo visten

con ropas blancas y negras y con coloridas joyas

y que a su alrededor murmuran las venerables damas de cabellos grises y encajes oscuros,

que se prepara para decirme adiós

o una mujer de mirada profunda y fino talle regresando de puertos meridionales Esmirna, Rodas, Siracusa, Alejandría

de ciudades cerradas como postigos calientes con aromas de frutos dorados y hierbas,

que sube las escaleras sin mirar

a los que se quedaron dormidos debajo de la escalera.


Sabes que las casas se obstinan fácilmente con uno, cuando las desnudas.



* El título “Entre la marea y el viento” está tomado de un poema de Arquíloco (siglo VII a.C.), de cuya obra no nos quedan sino pasajes.

Fragmento 212 de Arquíloco:

ἵστη κατ᾽ ἠκὴν κύματός τε κἀνέμου.

[1] Verso 560 del Canto II de la Ilíada de Homero.